τρυγητός

τρυγητός
ο см. τρύγος

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать реферат

Смотреть что такое "τρυγητός" в других словарях:

  • τρύγητος — gathering of fruits masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τρυγητός — ο, ΝΜΑ, και τρύγητος Α 1. η συγκομιδή των σταφυλιών, ο τρύγος 2. (κυρίως) η εποχή τής παραπάνω συγκομιδής νεοελλ. μσν. 1. η συγκομιδή τού μελιού και τού κεριού από τις κυψέλες τών μελισσών 2. η εποχή τής παραπάνω συγκομιδής αρχ. 1. (κυρίως ο τ.… …   Dictionary of Greek

  • τρύγητος — ὁ, Α βλ. τρυγητός …   Dictionary of Greek

  • τρυγητός — ο 1. η συγκομιδή καρπών, η τρύγηση, ο τρύγος. 2. η εποχή που γίνεται ο τρύγος …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • τρυγήτου — τρύγητος gathering of fruits masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τρυγήτῳ — τρύγητος gathering of fruits masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τρύγητον — τρύγητος gathering of fruits masc acc sg τρυγάω gather in pres imperat act 2nd dual τρυγάω gather in pres ind act 3rd dual τρυγάω gather in pres ind act 2nd dual τρυγάω gather in imperf ind act 2nd dual (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τρύγος — (I) ο, ΝΜΑ [τρυγῶ (Ι)] η συγκομιδή ώριμων καρπών και ιδίως τών σταφυλιών, ο τρυγητός νεοελλ. 1. η εποχή τού τρυγητού 2. φρ. «μπήκαμε στον τρύγο» αρχίσαμε τον τρυγητό 3. παροιμ. φρ. «θέρος, τρύγος, πόλεμος» λέγεται για περιστάσεις κατά τις οποίες… …   Dictionary of Greek

  • винный — @font face {font family: ChurchArial ; src: url( /fonts/ARIAL Church 02.ttf );} span {font size:17px;font weight:normal !important; font family: ChurchArial ,Arial,Serif;}  прил. 1) относящийся к вину, винное собирание (τρυγητός) сбор… …   Словарь церковнославянского языка

  • обрание — @font face {font family: ChurchArial ; src: url( /fonts/ARIAL Church 02.ttf );} span {font size:17px;font weight:normal !important; font family: ChurchArial ,Arial,Serif;}  =  сущ. сбор; собрание винограда (τρυγητός), собрание… …   Словарь церковнославянского языка

  • обьманиѥ — ОБЬМАНИ|Ѥ (1*), ˫А с. Собранный урожай: не лѹчии ли пабиръкъ ефлемль. неже ѡбьманиѥ авиезере (τρυγητὸς ’Aβιεζέρ) СбТр XII/XIII, 140. Ср. обиманиѥ …   Словарь древнерусского языка (XI-XIV вв.)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»